7 Ιαν. 2018

Από το κεφάλαιο XV

[...] Οδήγησε το αυτοκίνητο αργά στον στενό δρόμο κι έστριψε στην ανηφόρα που κατέληγε στην είσοδο του ξενοδοχείου "Απόλλων".Μπαίνοντας στην ρεσεψιόν άγουγαν τις συζητήσεις και τον ήχο των σερβίτσιων του πρωινού από κάποιον εσωτερικό χώρο. Οι μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου έλαμπαν από πάστρα και τα αντίγραφα των αρχαίων αγαλμάτων, λες και τους χαμογελούσαν, λες και τους έλεγαν "καλημέρα". Ήταν πράγματι μια καλή μέρα εκεί στους Δελφούς. Εκεί στον ομφαλό της γης.Εκεί που δινόταν οι χρησμοί. 

Τακτοποίησαν τα πράγματά τους και βγήκαν στην μεγάλη βεράντα με τις μπαμπού πολυθρόνες. Κάτω, απλώνονταν μια άλλη χαλκοπράσινη θάλασσα. Η θάλασσα με τους ελαιώνες. Ο κάμπος της Άμφισας και το επίνειο της η Ιτέα.....

"Εντάξει θα σου πω". Ένα πρωί, ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του πατέρα μου, ξύπνησα έπειτα από ένα όνειρο-εφιάλτη, κλαίγοντας. Σηκώθηκα ταραγμένος καικυριολεκτικά με αναφιλητά ετοιμάστηκα να πάω στο γραφείο. Έκλαιγα ακόμα και αφού οδηγούσα. Είχα δει την κηδεία του πατέρα μου με τόσες λεπτομέρειες, σαν ένα φιλμ γυρισμένο σε αργό ρυθμό.Ήταν πολύ παραστατικά όλα, η εκκλησία γεμάτη κόσμο, ο ουρανός μουντός,η βροχή που έπεφτε με δύναμη στην γη, μια άσπρη νεκροφόρα σταματημένη στο προαύλιο της εκκλησίας, η αρχιερατική τελετή, η πομπή προςτο κοιμητήριο, όλα. Ανήσυχος τηλεφώνησα στο σπίτι των γονιών μου [....]