25 Μαϊ. 2017

Από το κεφάλαιο XVΙΙ (απόσπασμα). Δημοσιεύτηκε ως διήγημα με τον τίτλο "η γυναίκα του Έκτορα".

Εκείνο το βράδυ που ο Μάρκος έφυγε απ’ το σπίτι του, παίρνοντας μαζί του κάποια λιγοστά πράγματα, πήγε να μείνει σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε κληρονομήσει και που ήταν μήνες
ξενοίκιαστο. Ήταν πολύ αργά κι ο Μάρκος ένιωθε πολύ κουρασμένος και εξαντλημένος κυρίως από την ένταση των τελευταίων ωρών. Ήταν προς το τέλος της άνοιξης κι οι κήποι των γύρω μονοκατοικιών και τα αίθρια των λίγων πολυκατοικιών της περιοχής ανέδιδαν μεθυστικά αρώματα απ’ τα λουλούδια, που είχαν φουντώσει, αφού η άνοιξη εκείνη τη χρονιά είχε επιστρέψει όπως την θυμόταν απ’ τα παιδικά του χρόνια ̇ έντονη, ξαφνική σαν ανάσταση, με μια ρωμαλέα δύναμη που έβγαινε κατευθείαν από τη γη. Αλλά σε αντίθεση με το περιβάλλον, αισθανόταν αδύναμος.
Είχε να πάει καιρό σ’ αυτό το διαμέρισμα και δεν ήξερε σε τι κατάσταση βρισκόταν. Βγήκε από το ασανσέρ και ξεκλείδωσε την πόρτα. Μια έντονη μυρουδιά μούχλας και κλεισούρας του ήρθε
κατάμουτρα κι ένιωσε εσωτερικά μια κατάρρευση, μια απογοήτευση, σαν να ήταν ζητιάνος, παρίας, απόβλητος της κοινωνίας, [...]