27 Απρ. 2017

Από το Κεφάλαιο XXV

[...] Σε μια στροφή του στενού δρόμου, φάνηκαν οι «μαχαλάδες», όπως τους λέγανε οι ντόπιοι και τα σπίτια τους φάνταζαν σαν ζωγραφιά μέσα σε μιαν απογευματινή ονειρική ομίχλη. Ψηλά ψηλά προς το βουνό, πάνω από τα τελευταία σπίτια του χωριού, μέσα σε περιβόλια, υψωνόταν ένα τρίπατο σπίτι, που απόμεινε βουβό και έρημο. Ο αέρας βρόνταγε τα παράθυρά του και έτριζε τα τζαμιλίκια του, σ’ ένα μακρόσυρτο τρίξιμο σαν κλάμα, σαν φωνή λυπητερή από φαντάσματα. Οι κάτοικοι λέγανε πως ήταν στοιχειωμένο και λέγανε ακόμα πως βλέπανε φως στα ρημαγμένα παράθυρα του και διηγούνταν χρόνια τώρα, μια ιστορία που σε έκανε να
σηκώνονται όρθιες οι τρίχες της κεφαλής σου. Ο Αχιλλέας την γνώριζε αυτή την ιστορία, όμως ποτέ δεν είχε δώσει σημασία κι ας αναφέρονταν στον προ προπάππο του, έναν προύχοντα του
χωριού, φοροεισπράκτορα των τότε αγάδων της περιοχής, που έκανε και τον τραπεζίτη, δηλαδή τον τοκογλύφο. Κατηφόρισε το αυτοκίνητο αργά στον βασικό αμαξιτό δρόμο του χωριού ανάμεσα στις πεζούλες, μέχρι το μοναδικό ξενοδοχείο, ένα πέτρινο παλιό αρχοντικό, που το είχαν αναστηλώσει και μετασκευάσει σε σύγχρονο ξενώνα. Ανέβηκε τα βρεγμένα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και χτύπησε ένα κουδούνι που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος ή φωνή. Φώναξε: «Είναι κανείς εδώ;» Ακούστηκε μόνο η ηχώ της φωνής του. Ξαναχτύπησε το κουδούνι. Και πάλι ησυχία. Το μόνο που ακούγονταν, ήταν ο μονότονος ήχος από τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν από το στέγαστρο της εισόδου. Ξαναφώναξε: «Είναι κανείς απ’ το ξενοδοχείο εδώ;» Έπειτα από λίγο, ακούστηκε ο θόρυβος μηχανής αυτοκινήτου που πάρκαρε και μια πόρτα ύστερα που την άνοιγαν με κλειδί. Στο βάθος εμφανίστηκε μια νόστιμη χοντρούλα κοπέλα. «Συγνώμη, αλλά είχα πεταχτεί μέχρι τον φούρνο», δικαιολογήθηκε. «Δεν πειράζει [...]