Αποσπάσματα

23 Ιουλ. 2017

[...] Το "Martha's Beach Hotel" βρισκόταν στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου, στα πόδια του οποίου έσκαγαν τα κύματα του Θρακικού Πελάγους. Πνιγμένο κυριολεκτικά σε συστάδες αιωνόβιων δέντρων, είχε μια καταπληκτική θέα στομεγαλύτερο μέρος του πελάγους και το μάτι του  παρατηρητή, όταν η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, έφτανε μέχρι το απέναντι νησί της Σαμοθράκης. Εκεί πάνω στο πλατώ που ήταν αναπτυγμένο το ξενοδοχείο, υπήρχε μια μεγάλη πισίνα που εκείνη την πρωινή ώρα ήταν σχεδόν άδεια. Ένα μονοπάτι στρωμένο με πέτρινες πλάκες κατέβαινε μέχρι την θάλασσα, σε μια κάτασπρη πλαζ, όπου κολυμπούσαν οι περισσότεροι ένοικοι του ξενοδοχείου. Μέσα από την τζαμαρία της αίθουσας του πρωινού, η Μάρθα σκεφτόταν κοιτάζοντας μακριά στον ορίζοντα τη Σαμοθράκη, τη σύμπτωση του ονόματος της με το όνομα του ξενοδοχείου. Της έκανε εντύπωση που κατέλυσαν σ' αυτό το "Martha's Hotel", που τελικά ήταν το μοναδικό καλόξενοδοχείο τ ο οποίο υπήρχε σ' όλη την ευρύτερη περιοχή.

Απέναντί της μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης έδειχνε τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, τις δηλώσεις διαφόρων πολιτικών ή υπηρεσιακών αξιωματούχων των Βρυξελλών, ανταποκρίσεις από το Βερολίνο που εκτόξευαν απειλές και πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση στη χώρα, σε μια προπαγανδιστική προσπάθεια να φοβίσουν τον κόσμο.... Ακολουθούσαν βέβαια τις ειδήσεις πάντα τα διάφορα μπλα μπλα διαφόρων πολιτικών προστατών των πατρονων τους, άσχετων εν πολλοίς με τα θέματα που συζητούσαν, με δημοσιογράφους που ε'ιχαν χάσει προ καιρού την έξωθεν καλή μαρτυρία των πολιτών {...}    

25 Μαϊ. 2017

Εκείνο το βράδυ που ο Μάρκος έφυγε απ’ το σπίτι του, παίρνοντας μαζί του κάποια λιγοστά πράγματα, πήγε να μείνει σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε κληρονομήσει και που ήταν μήνες
ξενοίκιαστο. Ήταν πολύ αργά κι ο Μάρκος ένιωθε πολύ κουρασμένος και εξαντλημένος κυρίως από την ένταση των τελευταίων ωρών. Ήταν προς το τέλος της άνοιξης κι οι κήποι των γύρω μονοκατοικιών και τα αίθρια των λίγων πολυκατοικιών της περιοχής ανέδιδαν μεθυστικά αρώματα απ’ τα λουλούδια, που είχαν φουντώσει, αφού η άνοιξη εκείνη τη χρονιά είχε επιστρέψει όπως την θυμόταν απ’ τα παιδικά του χρόνια ̇ έντονη, ξαφνική σαν ανάσταση, με μια ρωμαλέα δύναμη που έβγαινε κατευθείαν από τη γη. Αλλά σε αντίθεση με το περιβάλλον, αισθανόταν αδύναμος.
Είχε να πάει καιρό σ’ αυτό το διαμέρισμα και δεν ήξερε σε τι κατάσταση βρισκόταν. Βγήκε από το ασανσέρ και ξεκλείδωσε την πόρτα. Μια έντονη μυρουδιά μούχλας και κλεισούρας του ήρθε
κατάμουτρα κι ένιωσε εσωτερικά μια κατάρρευση, μια απογοήτευση, σαν να ήταν ζητιάνος, παρίας, απόβλητος της κοινωνίας, [...]

4 Μαϊ. 2017

«Καθάπερ ειώθασιν εν τω καλουμένω θρονισμώ καθίσαντες τους μυουμένους οι τελούντες κύκλω περιχορεύειν». 
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα :

[...] Ύστερα από την αποκάθαρσή τους, οδηγήθηκαν στη Θόλο που φωτιζόταν από δεκάδες μαύρους λύχνους με χαραγμένο το γράμμα «Θ» και πυρσούς στερεωμένους στις ειδικές οπές που υπήρχαν στους τοίχους. Μαζί με αρκετούς άλλους περίμεναν να ξεκινήσει η διαδικασία της εισαγωγής στο δεύτερο στάδιο της προμύησης.
Δεν ακούγονταν ομιλίες από τους παρευρισκόμενους, παρά μόνο ένας ψίθυρος «... ήρθε το πλοίο απ’ την Δήλο; ... άργησε φαίνεται το πλοίο...» Ο Μάρκος και η Μάρθα δεν καταλάβαιναν για ποιο πλοίο μιλούσαν μεταξύ τους οι παρευρισκόμενοι, εάν περίμεναν κανέναν ή τι σήμαινε το: «... ήρθε ή έρχεται το πλοίο...» και ρώτησαν διακριτικά τον διπλανό τους, που τους είπε: «περιμένουμε το πλοίο από την Δήλο που μεταφέρει το ιερό φως». Κάποια στιγμή, από την είσοδο της Θόλου εμφανίστηκαν δώδεκα κοπέλες με αραχνοΰφαντους λευκούς χιτώνες, ορχηστρούμενες στη σιωπή και οι οποίες έκαναν κύκλο μπρος από τους μυούμενους,όπου κάθισαν σταυροπόδι. Ένα γκονγκ χτύπησε. Πρώτα ο Μάρκος, ντυμένος με τον λευκό μανδύα, ανέβηκε στον έναν από τους δύο ξύλινους θρόνους και αμέσως μετά η Μάρθα, κάθισε στον άλλο θρόνο. Έτσι άρχισε ο «θρονισμός». Μπρος από τους θρόνους υπήρχε μια σχισμή απ’ όπου έκαιγε λιβάνι και άλλα μυρωδικά και περίεργα αέρια που ευωδίασαν τον χώρο της Θόλου, προκαλώντας έκσταση στους ανθρώπους. Έπειτα, σταδιακά οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν αυλούς, πίπιζες και διάφορα άλλα όργανα με τα τύμπανα να ξεχωρίζουν σε μουσικές υπερβολές, όταν οι χορεύτριες με τους διάφανους χιτώνες αναπτύχθηκαν κυκλικά σε έναν περίεργο τελετουργικό χορό, λέγοντας μυστηριακά λόγια, σ’ ένα ολοζώντανο, αιώνιο τραγούδι που έδινε ρυθμό στο σύμπαν.[...]

27 Απρ. 2017

[...] Σε μια στροφή του στενού δρόμου, φάνηκαν οι «μαχαλάδες», όπως τους λέγανε οι ντόπιοι και τα σπίτια τους φάνταζαν σαν ζωγραφιά μέσα σε μιαν απογευματινή ονειρική ομίχλη. Ψηλά ψηλά προς το βουνό, πάνω από τα τελευταία σπίτια του χωριού, μέσα σε περιβόλια, υψωνόταν ένα τρίπατο σπίτι, που απόμεινε βουβό και έρημο. Ο αέρας βρόνταγε τα παράθυρά του και έτριζε τα τζαμιλίκια του, σ’ ένα μακρόσυρτο τρίξιμο σαν κλάμα, σαν φωνή λυπητερή από φαντάσματα. Οι κάτοικοι λέγανε πως ήταν στοιχειωμένο και λέγανε ακόμα πως βλέπανε φως στα ρημαγμένα παράθυρα του και διηγούνταν χρόνια τώρα, μια ιστορία που σε έκανε να
σηκώνονται όρθιες οι τρίχες της κεφαλής σου. Ο Αχιλλέας την γνώριζε αυτή την ιστορία, όμως ποτέ δεν είχε δώσει σημασία κι ας αναφέρονταν στον προ προπάππο του, έναν προύχοντα του
χωριού, φοροεισπράκτορα των τότε αγάδων της περιοχής, που έκανε και τον τραπεζίτη, δηλαδή τον τοκογλύφο. Κατηφόρισε το αυτοκίνητο αργά στον βασικό αμαξιτό δρόμο του χωριού ανάμεσα στις πεζούλες, μέχρι το μοναδικό ξενοδοχείο, ένα πέτρινο παλιό αρχοντικό, που το είχαν αναστηλώσει και μετασκευάσει σε σύγχρονο ξενώνα. Ανέβηκε τα βρεγμένα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και χτύπησε ένα κουδούνι που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος ή φωνή. Φώναξε: «Είναι κανείς εδώ;» Ακούστηκε μόνο η ηχώ της φωνής του. Ξαναχτύπησε το κουδούνι. Και πάλι ησυχία. Το μόνο που ακούγονταν, ήταν ο μονότονος ήχος από τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν από το στέγαστρο της εισόδου. Ξαναφώναξε: «Είναι κανείς απ’ το ξενοδοχείο εδώ;» Έπειτα από λίγο, ακούστηκε ο θόρυβος μηχανής αυτοκινήτου που πάρκαρε και μια πόρτα ύστερα που την άνοιγαν με κλειδί. Στο βάθος εμφανίστηκε μια νόστιμη χοντρούλα κοπέλα. «Συγνώμη, αλλά είχα πεταχτεί μέχρι τον φούρνο», δικαιολογήθηκε. «Δεν πειράζει [...]