Αποσπάσματα

8 Απρ. 2018

Από το Κεφάλαιο ΧΧΙΙΙ :

[...] Κι ύστερα θυμήθηκε ... Το παλιό τους σπίτι, ένα πέτρινο κτίσμα του 1868, δίπατο. Ήταν κι αυτό, όπως τα περισσότερα σπίτια της πόλης από γκρίζα πέτρα, με τοίχους ογδόντα με ενενήντα πόντους φάρδος και ξύλινα παραθυρόφυλλα, με μαντεμένια κάγκελα. Στο πάτωμα πάνω απ' το καθιστικό με το τζάκι, υπήρχαν δύο κάμαρες, όπου στη μία υπήρχε ένα δεύτερο τζάκι. Την μεγάλη φωτογραφία του παππού πάνω απ' το τζάκι κι ένα μεγάλο περίεργο ρολόϊ, που είχε δυό καμπανούλες στην κορυφή του. Την παλιά εμαγιέ πινακίδα του δρόμου. Την πυργαγιά του 1957 που κατέστρεψε το μεγάλο καθιστικό... Τις πυροσβεστικές αντλίες που έσβηναν τα αποκαϊδια... Τον φόβο και την ανασφάλεια που ένιωσε βλέποντας καθώς γύριζε από το σχολείο τα κόκκινα οχήματα να ρίχνουν τόνους νερού στο σπίτι...

Θυμήθηκε ... Το μπορντώ βελούδινο σαλόνι, τη ροτόντα από λουστραρισμένο ξύλο κυπαρισσιού κι ένα μπρούτζινο κρεβάτι των γονιών του, που χρύσιζε όταν το γυάλιζαν, όλα κατασκευασμένα στην Γαλλία το 1920.

Θυμήθηκε... Τον παλιό σταθμό του τρένου, που καποια νύχτα σε ένα βαγόνι του, ένιωσε πιτσιρικάς το πρώτο ερωτικό σκίρτιμα με την γειτόνισσά του, το Σοφάκι, που κάπωςμεγαλύτερή του τον είχε μυήσει σε αφελή σεξουαλικά παιχνίδια. Την μητέρα του που τον αναζητούσε νυχτιάτικα και είχε ειδοποιήσει την χωροφυλακή και φυσικά το ξύλο που έφαγε...  

 

7 Ιαν. 2018

[...] Οδήγησε το αυτοκίνητο αργά στον στενό δρόμο κι έστριψε στην ανηφόρα που κατέληγε στην είσοδο του ξενοδοχείου "Απόλλων".Μπαίνοντας στην ρεσεψιόν άγουγαν τις συζητήσεις και τον ήχο των σερβίτσιων του πρωινού από κάποιον εσωτερικό χώρο. Οι μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου έλαμπαν από πάστρα και τα αντίγραφα των αρχαίων αγαλμάτων, λες και τους χαμογελούσαν, λες και τους έλεγαν "καλημέρα". Ήταν πράγματι μια καλή μέρα εκεί στους Δελφούς. Εκεί στον ομφαλό της γης.Εκεί που δινόταν οι χρησμοί. 

Τακτοποίησαν τα πράγματά τους και βγήκαν στην μεγάλη βεράντα με τις μπαμπού πολυθρόνες. Κάτω, απλώνονταν μια άλλη χαλκοπράσινη θάλασσα. Η θάλασσα με τους ελαιώνες. Ο κάμπος της Άμφισας και το επίνειο της η Ιτέα.....

"Εντάξει θα σου πω". Ένα πρωί, ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του πατέρα μου, ξύπνησα έπειτα από ένα όνειρο-εφιάλτη, κλαίγοντας. Σηκώθηκα ταραγμένος καικυριολεκτικά με αναφιλητά ετοιμάστηκα να πάω στο γραφείο. Έκλαιγα ακόμα και αφού οδηγούσα. Είχα δει την κηδεία του πατέρα μου με τόσες λεπτομέρειες, σαν ένα φιλμ γυρισμένο σε αργό ρυθμό.Ήταν πολύ παραστατικά όλα, η εκκλησία γεμάτη κόσμο, ο ουρανός μουντός,η βροχή που έπεφτε με δύναμη στην γη, μια άσπρη νεκροφόρα σταματημένη στο προαύλιο της εκκλησίας, η αρχιερατική τελετή, η πομπή προςτο κοιμητήριο, όλα. Ανήσυχος τηλεφώνησα στο σπίτι των γονιών μου [....]

30 Δεκ. 2017

«Καθάπερ ειώθασιν εν τω καλουμένω θρονισμώ καθίσαντες τους μυουμένους οι τελούντες κύκλω περιχορεύειν». 
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα :

[...] Ύστερα από την αποκάθαρσή τους, οδηγήθηκαν στη Θόλο που φωτιζόταν από δεκάδες μαύρους λύχνους με χαραγμένο το γράμμα «Θ» και πυρσούς στερεωμένους στις ειδικές οπές που υπήρχαν στους τοίχους. Μαζί με αρκετούς άλλους περίμεναν να ξεκινήσει η διαδικασία της εισαγωγής στο δεύτερο στάδιο της προμύησης.
Δεν ακούγονταν ομιλίες από τους παρευρισκόμενους, παρά μόνο ένας ψίθυρος «... ήρθε το πλοίο απ’ την Δήλο; ... άργησε φαίνεται το πλοίο...» Ο Μάρκος και η Μάρθα δεν καταλάβαιναν για ποιο πλοίο μιλούσαν μεταξύ τους οι παρευρισκόμενοι, εάν περίμεναν κανέναν ή τι σήμαινε το: «... ήρθε ή έρχεται το πλοίο...» και ρώτησαν διακριτικά τον διπλανό τους, που τους είπε: «περιμένουμε το πλοίο από την Δήλο που μεταφέρει το ιερό φως». Κάποια στιγμή, από την είσοδο της Θόλου εμφανίστηκαν δώδεκα κοπέλες με αραχνοΰφαντους λευκούς χιτώνες, ορχηστρούμενες στη σιωπή και οι οποίες έκαναν κύκλο μπρος από τους μυούμενους,όπου κάθισαν σταυροπόδι. Ένα γκονγκ χτύπησε. Πρώτα ο Μάρκος, ντυμένος με τον λευκό μανδύα, ανέβηκε στον έναν από τους δύο ξύλινους θρόνους και αμέσως μετά η Μάρθα, κάθισε στον άλλο θρόνο. Έτσι άρχισε ο «θρονισμός». Μπρος από τους θρόνους υπήρχε μια σχισμή απ’ όπου έκαιγε λιβάνι και άλλα μυρωδικά και περίεργα αέρια που ευωδίασαν τον χώρο της Θόλου, προκαλώντας έκσταση στους ανθρώπους. Έπειτα, σταδιακά οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν αυλούς, πίπιζες και διάφορα άλλα όργανα με τα τύμπανα να ξεχωρίζουν σε μουσικές υπερβολές, όταν οι χορεύτριες με τους διάφανους χιτώνες αναπτύχθηκαν κυκλικά σε έναν περίεργο τελετουργικό χορό, λέγοντας μυστηριακά λόγια, σ’ ένα ολοζώντανο, αιώνιο τραγούδι που έδινε ρυθμό στο σύμπαν.[...]

23 Ιουλ. 2017

[...] Το "Martha's Beach Hotel" βρισκόταν στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου, στα πόδια του οποίου έσκαγαν τα κύματα του Θρακικού Πελάγους. Πνιγμένο κυριολεκτικά σε συστάδες αιωνόβιων δέντρων, είχε μια καταπληκτική θέα στομεγαλύτερο μέρος του πελάγους και το μάτι του  παρατηρητή, όταν η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, έφτανε μέχρι το απέναντι νησί της Σαμοθράκης. Εκεί πάνω στο πλατώ που ήταν αναπτυγμένο το ξενοδοχείο, υπήρχε μια μεγάλη πισίνα που εκείνη την πρωινή ώρα ήταν σχεδόν άδεια. Ένα μονοπάτι στρωμένο με πέτρινες πλάκες κατέβαινε μέχρι την θάλασσα, σε μια κάτασπρη πλαζ, όπου κολυμπούσαν οι περισσότεροι ένοικοι του ξενοδοχείου. Μέσα από την τζαμαρία της αίθουσας του πρωινού, η Μάρθα σκεφτόταν κοιτάζοντας μακριά στον ορίζοντα τη Σαμοθράκη, τη σύμπτωση του ονόματος της με το όνομα του ξενοδοχείου. Της έκανε εντύπωση που κατέλυσαν σ' αυτό το "Martha's Hotel", που τελικά ήταν το μοναδικό καλόξενοδοχείο τ ο οποίο υπήρχε σ' όλη την ευρύτερη περιοχή.

Απέναντί της μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης έδειχνε τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, τις δηλώσεις διαφόρων πολιτικών ή υπηρεσιακών αξιωματούχων των Βρυξελλών, ανταποκρίσεις από το Βερολίνο που εκτόξευαν απειλές και πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση στη χώρα, σε μια προπαγανδιστική προσπάθεια να φοβίσουν τον κόσμο.... Ακολουθούσαν βέβαια τις ειδήσεις πάντα τα διάφορα μπλα μπλα διαφόρων πολιτικών προστατών των πατρονων τους, άσχετων εν πολλοίς με τα θέματα που συζητούσαν, με δημοσιογράφους που ε'ιχαν χάσει προ καιρού την έξωθεν καλή μαρτυρία των πολιτών {...}